σέξι

Ν
(άκλ. επίθ.) αυτός που προκαλεί ερωτική έλξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sexy (βλ. λ. σεξ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γουίβερ, Σιγκούρνι — (Sigourney Weaver, Νέα Υόρκη 1949 –). Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου. Αποφοίτησε από το θεατρικό τμήμα του πανεπιστημίου Γέιλ και άλλαξε το όνομά της από Σούζαν σε Σιγκούρνι, επηρεασμένη από την αντίστοιχη ηρωίδα του βιβλίου Ο μεγάλος… …   Dictionary of Greek

  • Κίτον, Νταϊάν — (Diane Keaton, Λος Άντζελες 1946 –). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Αμερικανίδας ηθοποιού και σκηνοθέτριας Νταϊάν Χολ (Diane Hall). Έκανε θεατρικές σπουδές στο κολέγιο της Σάντα Άνα στην Καλιφόρνια, καθώς και στη Νέα Υόρκη. Προέβαλε ένα ισορροπημένο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.